Γράφει ο Γιώργος Αδαλής
International Institute of Strategy
Η μεγάλη αναδιάταξη που συντελείται στις παγκόσμιες αγορές ενέργειας δεν άρχισε χθες και ασφαλώς δεν αποτελεί αποκλειστικό αποτέλεσμα μιας πολεμικής σύγκρουσης. Ο πόλεμος στην Ουκρανία, η ανάφλεξη στη Μέση Ανατολή, οι πιέσεις στα Στενά του Ορμούζ και στην Ερυθρά Θάλασσα, οι πιέσεις στο Στενό του Μαλάκκα (Malacca Strait) η ανατροπή παραδοσιακών εμπορικών ροών και η διάλυση παλαιών εφοδιαστικών αλυσίδων είναι διαφορετικές όψεις της ίδιας μετάβασης.
Μέσα σε αυτήν τη νέα πραγματικότητα δεν υπάρχει οικονομία που να μη δέχεται πίεση. Υπάρχουν, όμως, κράτη που είχαν προετοιμαστεί, επένδυσαν στην παραγωγή και περιόρισαν τις στρατηγικές τους εξαρτήσεις. Υπάρχουν και άλλοι που πίστεψαν ότι η ενέργεια θα παραμένει μονίμως διαθέσιμη, φθηνή και πολιτικά ουδέτερη.
Σε έναν πόλεμο τέτοιας κλίμακας, νικητής θα είναι αυτός που θα χάσει τα λιγότερα. Νικητής θα είναι εκείνος που θα εξέλθει λιγότερο πληγωμένος από τους ανταγωνιστές του. Και σε αυτήν τη σύγκριση, η ΕΕ και γενικότερα η Ευρώπη βρίσκεται σήμερα σε εξαιρετικά δυσμενή θέση. Το μόνο σίγουρο σε αυτή την μάχη, είναι ότι στο τέλος του κύκλου, δεν θα υπάρξει κάποιος που θα έχει μένει ανέπαφος.
Το αμερικανικό ενεργειακό πλεονέκτημα
Για πολλά χρόνια η δημόσια συζήτηση στην Ευρώπη αντιμετώπιζε τις ΗΠΑ ως μια δύναμη σε υποχώρηση. Η πραγματικότητα των ενεργειακών δεδομένων δείχνει κάτι διαφορετικό. Η Ουάσιγκτον ακολούθησε έναν μακροπρόθεσμο σχεδιασμό, ο οποίος στηρίχθηκε στην αύξηση της παραγωγής πετρελαίου και φυσικού αερίου, στην ανάπτυξη των υποδομών LNG και στην ενίσχυση της εξαγωγικής της δυνατότητας.
Οι ΗΠΑ έχουν αποκτήσει σήμερα ένα πλεονέκτημα που δεν αναλύεται επαρκώς στην ΕΕ. Πρόκειται για το φθηνό φυσικό αέριο που διαθέτει, το οποίο μειώνει το κόστος ηλεκτροπαραγωγής, στηρίζει τη βιομηχανική παραγωγή και προσφέρει καλύτερες συνθήκες λειτουργίας στις μεγάλες εταιρείες τεχνολογίας, στα κέντρα δεδομένων και στις ενεργοβόρες υποδομές.
Όταν το ενεργειακό κόστος στην Ευρώπη είναι πολλαπλάσιο του αντίστοιχου αμερικανικού, η συζήτηση δεν αφορά απλώς τους λογαριασμούς των νοικοκυριών. Αφορά την ανταγωνιστικότητα ολόκληρης της ευρωπαϊκής οικονομίας. Μια βιομηχανία που αγοράζει ακριβότερα την ενέργεια, αργά ή γρήγορα θα περιορίσει την παραγωγή, θα μεταφέρει δραστηριότητες ή θα χάσει μερίδιο αγοράς. Και σήμερα, η τιμή χονδρικής του φυσικου αερίου στην Ευρώπη (TTF) είναι 9 φορές ακριβότερη από την αντίστοιχη τιμή στις ΗΠΑ (Henry Hub).
Αυτό ακριβώς είναι το μεγάλο αμερικανικό πλεονέκτημα. Οι ΗΠΑ μπορούν να απορροφήσουν ένα μέρος των διεθνών ανατιμήσεων χωρίς να υφίστανται το ίδιο πλήγμα με τις οικονομίες που εξαρτώνται σχεδόν ολοκληρωτικά από τις εισαγωγές. Την ίδια ώρα, μετατρέπονται σε απαραίτητο προμηθευτή για συμμάχους και ανταγωνιστές, αποκτώντας όχι μόνο οικονομικά οφέλη αλλά και ισχυρότερο γεωπολιτικό μοχλό.
Η Ευρώπη άλλαξε εξάρτηση – δεν απέκτησε αυτονομία
Η Ευρωπαϊκή Ένωση έκανε το θεμελιώδες λάθος να συγχέει τη διαφοροποίηση των προμηθευτών με την ενεργειακή ανεξαρτησία. Η απομάκρυνση από το ρωσικό πετρέλαιο και φυσικό αέριο δεν συνοδεύτηκε από μια αντίστοιχη ενίσχυση της ευρωπαϊκής παραγωγής. Έτσι, η εξάρτηση δεν εξαφανίστηκε. Απλώς μεταφέρθηκε.
Χθες η Ευρώπη εξαρτιόταν σε πολύ μεγάλο βαθμό από τη Ρωσία. Σήμερα στρέφεται στις ΗΠΑ, στη Νορβηγία, στο Κατάρ, στο Αζερμπαϊτζάν και σε άλλους παραγωγούς. Καμία σοβαρή ενεργειακή στρατηγική, όμως, δεν μπορεί να στηρίζεται στη διαρκή αναζήτηση του επόμενου εξωτερικού σωτήρα.
Η πραγματική στρατηγική προϋποθέτει παραγωγική βάση, αποθέματα, εναλλακτικές οδούς μεταφοράς, ισορροπημένο ενεργειακό μείγμα και δυνατότητα αντίδρασης σε περίπτωση κρίσης. Η Ευρώπη διαθέτει οικονομικό μέγεθος, τεχνολογία και ανθρώπινο δυναμικό. Παρ’ όλα αυτά, συμπεριφέρεται συχνά σαν μια ένωση που περιμένει να δει τι θα αποφασίσουν οι μεγάλοι παραγωγοί για να καθορίσει στη συνέχεια τη δική της πολιτική. Αυτό δεν είναι στρατηγική. Είναι διαχείριση εξάρτησης.
Το παράδειγμα της Κίνας
Αξίζει να παρατηρήσουμε την πολιτική της Κίνας. Το Πεκίνο γνωρίζει ότι οι εγχώριοι ενεργειακοί του πόροι δεν επαρκούν για να καλύψουν τις τεράστιες ανάγκες της κινεζικής οικονομίας. Δεν περιορίστηκε όμως, σε συμφωνίες εισαγωγών.
Ανέπτυξε ένα σύνθετο ενεργειακό μείγμα, αξιοποιώντας πετρέλαιο, φυσικό αέριο, άνθρακα, πυρηνική ενέργεια, υδροηλεκτρικά έργα, γεωθερμία και φυσικά ανανεώσιμες πηγές όπως οι ανεμογεννήτριες και τα ηλιακά. Παράλληλα, επιχείρησε να αυξήσει όσο είναι δυνατόν την εγχώρια παραγωγή και δημιούργησε υποδομές που περιορίζουν τον κίνδυνο μιας μονοδιάστατης εξάρτησης. Επιπρόσθετα, η Κίνα αύξησε σε όλους τους τομείς την αποθηκευτική της ικανότητα και 6 μήνες πριν τον πόλεμο, αγόραζε μανιωδώς πετρέλαιο και φυσικό αέριο τα οποία αποθήκευε.
Η Κίνα δεν αντιμετωπίζει την πράσινη μετάβαση ως λόγο εγκατάλειψης κάθε άλλης πηγής ενέργειας. Τη θεωρεί πρόσθετο εργαλείο ενίσχυσης της ενεργειακής ασφάλειας. Αντιθέτως, η Ευρώπη επιχείρησε πολλές φορές να παρουσιάσει την ενεργειακή μετάβαση ως υποκατάστατο της στρατηγικής επάρκειας. Το αποτέλεσμα είναι ένα σύστημα ακριβότερο, πιο ευάλωτο και περισσότερο εξαρτημένο από εξωτερικούς παράγοντες.
Ο σαουδαραβικός παράγοντας και οι νέες πιέσεις
Η κατάσταση γίνεται ακόμη πιο περίπλοκη λόγω των εξελίξεων στον Περσικό Κόλπο. Η Σαουδική Αραβία παραμένει ένας από τους κρισιμότερους παραγωγούς παγκοσμίως, με δυνατότητα να επηρεάζει τις τιμές μέσω της παραγωγής της. Όταν η σαουδαραβική παραγωγή υποχωρεί αισθητά σε σχέση με τη μέγιστη δυνατότητά της, οι αγορές αντιδρούν πριν ακόμη εμφανιστεί μια πλήρης διακοπή εφοδιασμού.
Οι traders δεν περιμένουν να κλείσουν τα Στενά του Ορμούζ για να τιμολογήσουν τον κίνδυνο. Παρακολουθούν την παραγωγή, τα διαθέσιμα αποθέματα, τις μεταφορικές δυνατότητες και τα πολεμικά ασφάλιστρα. Η άνοδος των τιμών δεν οφείλεται, επομένως, μόνο στον φόβο μιας στρατιωτικής κλιμάκωσης. Αντανακλά και την ανησυχία ότι ορισμένοι παραδοσιακοί παραγωγοί δεν μπορούν ή δεν προτίθενται να καλύψουν τα κενά που δημιουργούνται.
Σε αυτό το περιβάλλον, η Ευρώπη βρίσκεται αντιμέτωπη με ένα εξαιρετικά δύσκολο ερώτημα: από πού θα εξασφαλίσει τις ποσότητες που χρειάζεται εάν διαταραχθούν ταυτόχρονα περισσότερες από μία βασικές πηγές εφοδιασμού;
Ο βαρύς χειμώνας ως δοκιμασία αντοχής
Το ευρωπαϊκό ενεργειακό σύστημα έχει μέχρι σήμερα βοηθηθεί και από τις σχετικά ήπιες καιρικές συνθήκες. Ένας βαρύς χειμώνας, όμως, θα μπορούσε να αποκαλύψει τις αδυναμίες που κρύβονται πίσω από τα ποσοστά πληρότητας των αποθηκών.
Σε μια πραγματική δοκιμασία, δεν έχει σημασία μόνο πόσο φυσικό αέριο βρίσκεται αποθηκευμένο στην αρχή της περιόδου. Σημασία έχουν ο ρυθμός κατανάλωσης, η δυνατότητα αναπλήρωσης, η επάρκεια των δικτύων και η λειτουργία των διασυνδέσεων μεταξύ των κρατών.
Μια σοβαρή έλλειψη σε μία χώρα δεν θα παραμείνει απαραίτητα εντός των συνόρων της. Θα επηρεάσει τις γειτονικές αγορές, θα αυξήσει τις τιμές και θα δοκιμάσει την ευρωπαϊκή αλληλεγγύη. Τότε θα φανεί εάν η Ευρωπαϊκή Ένωση διαθέτει πραγματικό μηχανισμό κοινής αντιμετώπισης ή εάν κάθε κυβέρνηση θα σπεύσει να προστατεύσει πρώτα τη δική της αγορά.
Στα μάτια ενός ενεργειακού στρατηγιστή, η πολιτική της ΕΕ σήμερα μοιάζει περισσότερο με … προσευχή παρά με στρατηγική. Το να ελπίζουν οι Βρυξέλλες σε έναν ακόμη ήπιο χειμώνα δεν αποτελεί ενεργειακή πολιτική. Αποτελεί αναβολή της αναμέτρησης με το πρόβλημα.
Η ελληνική διάσταση
Η Ελλάδα βρίσκεται σε μια ιδιαίτερη θέση. Διαθέτει σημαντικές υποδομές διύλισης, γεωγραφικό πλεονέκτημα, πρόσβαση σε θαλάσσιες οδούς, εγκαταστάσεις LNG και δυνατότητα να λειτουργήσει ως περιφερειακός κόμβος. Παράλληλα, όμως, παραμένει εξαρτημένη από εισαγόμενες πρώτες ύλες και καθυστερεί να αποσαφηνίσει τι ακριβώς θέλει να κάνει με την πιθανή αξιοποίηση των εγχώριων κοιτασμάτων.
Δεν αρκεί να επιτρέπουμε θεωρητικά την έρευνα για φυσικό αέριο, επιβάλλοντας ταυτόχρονα όρους που καθιστούν αδύνατη την αξιοποίηση πετρελαίου εάν αυτό εντοπιστεί στο ίδιο κοίτασμα. Καμία διεθνής εταιρεία δεν θα δεσμεύσει κεφάλαια σε μια επένδυση της οποίας η οικονομική βιωσιμότητα ακυρώνεται εκ των προτέρων από αντιφατικούς περιορισμούς.
Παράλληλα, η πολιτική της Ελλάδας στον τομέα του λιγνίτη, είναι βιαστική και αχρείαστη. Οι εικόνες καταστροφής με εκρηκτικά των μηχανημάτων στις λιγνιτικές περιοχές που είδαμε πρόσφατα σε βίντεο, ήταν αδιανόητες. Εξίσου αδιανόητη ήταν η αρχική άρνηση της Κυβέρνησης για την ένταξη της πυρηνικής ενέργειας στο μείγμα μας. Με καθυστέρηση 5 ετών, ανέκρουσε πρύμνα και πλέον αρχίζει να το συζητά. Χάθηκαν όμως 5 πολύτιμα χρόνια.
Το ίδιο αδιανότητη είναι η αδυναμία των τελευταίων κυβερνήσεων, να θέσουν σε λειτουργία το μοναδικό υδροηλεκτρικό εργοστάσιο που έχουμε, το οποίο βρίσκεται στον Αχελώο (Μεσοχώρα). Τον μοναδικό ποταμό στη χώρα που πηγάζει και εκβάλει σε Ελληνικό έδαφος. Τα υπόλοιπα βρίσκονται σε ποταμούς που πηγάζουν από άλλες Βαλκανικές χώρες.
Η χώρα σήμερα, χρειάζεται όσο ποτέ άλλοτε ένα καθαρό πλαίσιο, σταθερούς κανόνες, επιτάχυνση των ερευνών και μια εθνική στρατηγική που δεν θα αλλάζει ανάλογα με τις … πολιτικές μόδες. Η προστασία του περιβάλλοντος είναι αυτονόητη υποχρέωση. Δεν μπορεί, όμως, να χρησιμοποιείται ως πρόσχημα για τη μόνιμη αποφυγή κάθε απόφασης. Κι όπως επισημαίνω εδώ και 10 χρόνια, χρειαζόμαστε ένα σώφρων ενεργειακό μείγμα. Το οποίο θα δημιουργηθεί από την χρήση όλων των πηγών ενέργειας και όχι αποκλειστικά από τις ΗΠΑ. Ένα μείγμα που θα αξιοποιήσει τις εγχώριες πλουτοπαραγωγικές πηγές για να μπορέσουμε να αποκτήσουμε αυτάρκεια σε πρώτες ύλες όπως αργό πετρέλαιο, φυσικό αέριο και λιγνίτες. Ώστε να μειώσουμε την απόλυτη εξάρτησή μας από τις εισαγωγές και τις γεωπολιτικές κρίσεις.
Η αυτάρκεια δεν αγοράζεται – παράγεται
Τα παραπάνω ισχύουν πρωτίστως για την ΕΕ. H οποία ακόμα και σήμερα, οφείλει πρώτα να αναγνωρίσει το πρόβλημα. Και το πρόβλημα δεν είναι μόνο ότι οι σημερινοί προμηθευτές είναι ακριβοί ή αναξιόπιστοι. Το πρόβλημα είναι ότι η ίδια εγκατέλειψε σταδιακά την έννοια της παραγωγής.
Η ενεργειακή αυτάρκεια δεν αποκτάται με περισσότερα συμβόλαια εισαγωγών. Οι συμφωνίες είναι αναγκαίες, αλλά δεν υποκαθιστούν την παραγωγή. Η Ευρώπη πρέπει να αξιοποιήσει με ρεαλισμό κάθε διαθέσιμη πηγή: φυσικό αέριο, πετρέλαιο, πυρηνική ενέργεια, ανανεώσιμες πηγές, υδροηλεκτρικά και νέες τεχνολογίες αποθήκευσης. Εχουμε χάσει ήδη 7 χρόνια από την κρίση των lockdown (2020), με την ΕΕ να προσποιείται ότι δεν μπορεί να πάει σε εξορύξεις, διότι για κάτι τέτοιο, απαιτείται μια πενταετία. Και το ίδιο λέει τα τελευταία 7 χρόνια. Που σημαίνει ότι εάν το ξεκινούσε την στιγμή που έπρεπε (2020), εδώ και 2 χρόνια θα είχαμε ήδη τις πρώτες εξορύξεις.
Σαφώς και δεν υπάρχει μία μαγική λύση πλέον για το πρόβλημά μας. Αλλά ακόμα και τώρα, η δημιουργίας ενός ισορροπημένου ενεργειακού μείγματος, σχεδιασμένο με βάση την ασφάλεια εφοδιασμού, την ανταγωνιστικότητα και τις πραγματικές ανάγκες των κοινωνιών, αποτελεί πλέον την μοναδική λύση. Διότι όλο αυτό που ζούμε τα τελευταία 7 χρόνια, δεν είναι κάτι που θα τελειώσει σύντομα.
Η ενεργειακή κρίση είναι πλέον κρίση ισχύος. Όποιος ελέγχει την παραγωγή, τις υποδομές και τις οδούς μεταφοράς αποκτά πολιτική επιρροή. Όποιος αρκείται να αγοράζει, αποδέχεται ότι η οικονομία και η εξωτερική του πολιτική θα καθορίζονται σε σημαντικό βαθμό από τις αποφάσεις τρίτων.
Η Ευρώπη έχει ακόμη χρόνο να αλλάξει πορεία. Δεν έχει, όμως, άλλο χρόνο για χάσιμο. Εάν συνεχίσει να μεταφέρει την εξάρτησή της από τη μία δύναμη στην άλλη, το σημερινό ενεργειακό αδιέξοδο θα μετατραπεί σε μόνιμη οικονομική και γεωπολιτική παρακμή.
Γιώργος Αδαλής
Οικονομολόγος – Οικονομέτρης
Μηχανικός Η/Υ & Δικτύων
International Institute of Strategy