Του Ανδρέα Μουντζουρούλια
Μια νέα γεωπολιτική πραγματικότητα διαμορφώνεται στην Ανατολική Μεσόγειο, με την Τουρκία να πετυχαίνει μια σημαντική διπλωματική νίκη στη Λιβύη, επιχειρώντας να μετατρέψει το παράνομο, σύμφωνα με την Ελλάδα και την Ευρωπαϊκή Ένωση, τουρκολιβυκό μνημόνιο σε βασικό εργαλείο αμφισβήτησης των ελληνικών κυριαρχικών δικαιωμάτων.
Η απόφαση της Βουλής των Αντιπροσώπων της Λιβύης, στις 20 Οκτωβρίου 2026, να εγκρίνει τη συμφωνία θαλάσσιας οριοθέτησης που είχε υπογραφεί το 2019 μεταξύ Άγκυρας και Τρίπολης συνιστά μια εξαιρετικά σοβαρή εξέλιξη.
Η Τουρκία κατάφερε να εξασφαλίσει την υποστήριξη όχι μόνο της κυβέρνησης της Τρίπολης, αλλά πλέον και του πολιτικού κέντρου της ανατολικής Λιβύης, το οποίο συνδέεται με τον στρατάρχη Χαλίφα Χαφτάρ.
Πρόκειται για εξέλιξη που ενισχύει τη δυνατότητα της Άγκυρας να ασκεί πίεση στην Ελλάδα, να αμφισβητεί ενεργειακές διαδρομές και να επιδιώκει αναβάθμιση του ρόλου της ως καθοριστικού παράγοντα για οποιοδήποτε μεγάλο έργο στην Ανατολική Μεσόγειο.
Η απόφαση της Βεγγάζης που αλλάζει τις ισορροπίες
Η λιβυκή Βουλή, που εδρεύει στην ανατολική χώρα, ενέκρινε ομόφωνα το τουρκολιβυκό μνημόνιο, ανατρέποντας την απόφαση του 2020 με την οποία είχε απορρίψει τη συμφωνία.
Παράλληλα, ακύρωσε την προηγούμενη απόφαση διακοπής των πολιτικών σχέσεων με την Τουρκία.
Η σημασία της εξέλιξης είναι τεράστια σε πολιτικό επίπεδο: η Άγκυρα πέτυχε να προσεγγίσει εκείνους που επί χρόνια αποτελούσαν τους βασικούς αντιπάλους της μέσα στη Λιβύη.
Η ελληνική κυβέρνηση απέρριψε αμέσως την απόφαση, υπογραμμίζοντας ότι δεν μεταβάλλει τον παράνομο και άκυρο χαρακτήρα του μνημονίου.
Ανάλογη ήταν η τοποθέτηση της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η οποία επανέλαβε ότι η συμφωνία παραβιάζει κυριαρχικά δικαιώματα τρίτων κρατών και δεν μπορεί να παράγει έννομα αποτελέσματα εις βάρος τους.
Ωστόσο, άλλο πράγμα η νομική ακυρότητα μιας συμφωνίας και άλλο η δυνατότητα μιας χώρας να την αξιοποιεί ως εργαλείο πολιτικής και στρατιωτικής πίεσης.
Εκεί ακριβώς βρίσκεται η ουσία του τουρκικού σχεδιασμού.
Το 2019 και η συμφωνία Ερντογάν–Σάρατζ
Για να κατανοήσουμε τη σημερινή εξέλιξη, πρέπει να επιστρέψουμε στην 27η Νοεμβρίου 2019.
Τότε, ο Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν και ο επικεφαλής της διεθνώς αναγνωρισμένης Κυβέρνησης Εθνικής Συμφωνίας της Λιβύης, Φαγέζ αλ-Σάρατζ, συμφώνησαν στην Κωνσταντινούπολη δύο μνημόνια.
Το πρώτο αφορούσε τη στρατιωτική συνεργασία και το δεύτερο την οριοθέτηση θαλάσσιων δικαιοδοσιών.
Το δεύτερο αποτέλεσε τη βάση της τουρκικής προσπάθειας να δημιουργηθεί ένας τεχνητός θαλάσσιος διάδρομος μεταξύ Τουρκίας και Λιβύης, παρακάμπτοντας τα δικαιώματα ελληνικών νησιών.
Η Άγκυρα αντιμετώπισε την Κρήτη, την Κάσο, την Κάρπαθο και τη Ρόδο με τρόπο που ουσιαστικά εξαφάνιζε την επίδρασή τους στην οριοθέτηση της υφαλοκρηπίδας και της ΑΟΖ.
Ο τουρκικός σχεδιασμός ήταν σαφής: να εμφανιστεί η Τουρκία ως χώρα με θαλάσσια ζώνη που συναντά τη λιβυκή και να δημιουργήσει αξιώσεις πάνω σε περιοχές κρίσιμες για ελληνικά και ευρωπαϊκά ενεργειακά συμφέροντα.
Το μνημόνιο καταχωρίστηκε στον ΟΗΕ τον Δεκέμβριο του 2019. Η καταχώριση, όμως, δεν συνεπάγεται αναγνώριση της νομιμότητάς του ούτε αποδοχή των τουρκικών διεκδικήσεων.
Πώς η Τουρκία έσωσε στρατιωτικά την Τρίπολη
Η συμφωνία του 2019 δεν ήταν ένα μεμονωμένο διπλωματικό γεγονός.
Την εποχή εκείνη, η κυβέρνηση Σάρατζ βρισκόταν υπό τεράστια στρατιωτική πίεση από τις δυνάμεις του Χαλίφα Χαφτάρ, οι οποίες επιχειρούσαν να καταλάβουν την Τρίπολη.
Η Τουρκία παρενέβη αποφασιστικά.
Με στρατιωτικούς συμβούλους, οπλικά συστήματα, μη επανδρωμένα αεροσκάφη Bayraktar TB2, ηλεκτρονικό πόλεμο και αντιαεροπορική υποστήριξη, συνέβαλε στην ανατροπή των στρατιωτικών συσχετισμών.
Το 2020, οι δυνάμεις της Τρίπολης απέκρουσαν την επίθεση του Χαφτάρ και ανέκτησαν σημαντικά εδάφη.
Η Άγκυρα ουσιαστικά εξασφάλισε την επιβίωση της κυβέρνησης με την οποία είχε υπογράψει το τουρκολιβυκό μνημόνιο.
Ως αντάλλαγμα απέκτησε ισχυρά στρατιωτικά, διπλωματικά και οικονομικά ερείσματα στη δυτική Λιβύη.
Οι δεσμοί αυτοί διατηρήθηκαν τα επόμενα χρόνια, μέσα από συμφωνίες εκπαίδευσης, στρατιωτική παρουσία, αμυντικές συνεργασίες και ενεργειακές πρωτοβουλίες.
Η μεγάλη στροφή προς τη Βεγγάζη και την οικογένεια Χαφτάρ
Για αρκετά χρόνια, η Τουρκία και ο Χαφτάρ βρίσκονταν σε αντίπαλα στρατόπεδα.
Η ανατολική Λιβύη στηριζόταν κυρίως στην Αίγυπτο, στα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα και στη Ρωσία, ενώ η Άγκυρα υποστήριζε την Τρίπολη.
Σταδιακά, όμως, η τουρκική ηγεσία αντιλήφθηκε ότι η αποκλειστική στήριξη στη δυτική Λιβύη περιόριζε τις δυνατότητές της.
Η Άγκυρα πέρασε από την πολιτική στήριξης της Τρίπολης στην πολιτική επηρεασμού ολόκληρης της Λιβύης.
Το 2025 καταγράφηκε σημαντική προσέγγιση με την οικογένεια Χαφτάρ.
Ο Σαντάμ Χαφτάρ, γιος του στρατάρχη και υψηλόβαθμος στρατιωτικός παράγοντας της ανατολικής Λιβύης, πραγματοποίησε επαφές στην Τουρκία.
Τον Αύγουστο του ίδιου έτους, ο επικεφαλής των τουρκικών υπηρεσιών πληροφοριών, Ιμπραήμ Καλίν, επισκέφθηκε τη Βεγγάζη και συναντήθηκε με τον Χαλίφα Χαφτάρ.
Οι επαφές συνεχίστηκαν και μέσα στο 2026. Τον Αύγουστο, ο Τούρκος υπουργός Εξωτερικών Χακάν Φιντάν επισκέφθηκε την Τρίπολη και τη Βεγγάζη, συναντώντας τόσο τη δυτική κυβέρνηση όσο και την οικογένεια Χαφτάρ.
Το σύνθημα της νέας τουρκικής πολιτικής ήταν «Μία Λιβύη».
Στην πραγματικότητα, η Τουρκία επιδίωκε να εξασφαλίσει επιρροή και στις δύο πλευρές της διαιρεμένης χώρας, ανεξάρτητα από το ποιος θα επικρατήσει πολιτικά στο μέλλον.
Η προσέγγιση συνοδεύτηκε από συζητήσεις για στρατιωτική συνεργασία, επενδύσεις, εμπόριο, ενέργεια και ανοικοδόμηση.
Η απόφαση της λιβυκής Βουλής τον Οκτώβριο του 2026 αποτελεί την πιο χαρακτηριστική μέχρι σήμερα επιβεβαίωση αυτής της στρατηγικής μεταστροφής.
Ο πραγματικός στόχος: Η αμφισβήτηση των θαλάσσιων ζωνών της Ελλάδας
Το τουρκολιβυκό μνημόνιο δεν αφορά μόνο τη Λιβύη.
Αποτελεί βασικό εργαλείο της τουρκικής πολιτικής στην Ανατολική Μεσόγειο και συνδέεται με το ευρύτερο δόγμα της «Γαλάζιας Πατρίδας».
Η Τουρκία επιχειρεί να περιορίσει την επίδραση των ελληνικών νησιών στην οριοθέτηση θαλάσσιων ζωνών, διεκδικώντας μεγαλύτερες εκτάσεις υφαλοκρηπίδας.
Εάν γινόταν αποδεκτή η τουρκική ερμηνεία, η γεωγραφική συνέχεια των ελληνικών θαλάσσιων δικαιωμάτων από την Κρήτη προς τα Δωδεκάνησα και την Κύπρο θα υφίστατο σοβαρή υπονόμευση.
Η Αθήνα αντιπαραθέτει το Διεθνές Δίκαιο της Θάλασσας, σύμφωνα με το οποίο τα νησιά διαθέτουν, υπό τις προβλεπόμενες προϋποθέσεις, δικαιώματα σε υφαλοκρηπίδα και ΑΟΖ.
Η συμφωνία οριοθέτησης Ελλάδας–Αιγύπτου του Αυγούστου 2020 αποτέλεσε μια ουσιαστική απάντηση, καθώς δημιούργησε ένα συμφωνημένο θαλάσσιο όριο που επικαλύπτεται με τουρκικές διεκδικήσεις.
Η σύγκρουση είναι επομένως σύγκρουση δύο διαφορετικών αντιλήψεων για τον θαλάσσιο χάρτη της περιοχής.
GSI: Πώς η Τουρκία επιχειρεί να μπλοκάρει την ηλεκτρική διασύνδεση
Ένα από τα σημαντικότερα έργα που βρίσκονται στο επίκεντρο είναι ο Great Sea Interconnector.
Ο GSI σχεδιάστηκε για να συνδέσει ηλεκτρικά την Κρήτη με την Κύπρο και, σε επόμενη φάση, με το Ισραήλ.
Η σημασία του είναι στρατηγική, καθώς μπορεί να τερματίσει την ηλεκτρική απομόνωση της Κύπρου και να ενισχύσει την ενεργειακή διασύνδεση Ευρώπης και Ανατολικής Μεσογείου.
Η Άγκυρα αντιμετωπίζει το έργο ως γεωπολιτική πρόκληση, επειδή δημιουργεί έναν ενεργειακό άξονα Ελλάδας–Κύπρου–Ισραήλ χωρίς τουρκική συμμετοχή.
Τον Ιούλιο του 2024 σημειώθηκε σοβαρή ένταση κατά τις θαλάσσιες έρευνες νοτίως της Κάσου και της Καρπάθου, με την παρουσία τουρκικών πολεμικών πλοίων.
Η Τουρκία υποστηρίζει ότι εργασίες σε περιοχές που θεωρεί τουρκικής δικαιοδοσίας πρέπει να πραγματοποιούνται με τη συναίνεσή της.
Αυτή είναι η πολιτική ουσία της αντιπαράθεσης.
Η Άγκυρα επιδιώκει να μετατρέψει τις μονομερείς θαλάσσιες διεκδικήσεις της σε πρακτικό μηχανισμό ελέγχου των ενεργειακών έργων.
Η είσοδος της γαλλικής Meridiam στον GSI τον Αύγουστο του 2026, με πλειοψηφικό ποσοστό, προσέδωσε στο εγχείρημα ισχυρότερη ευρωπαϊκή διάσταση.
Ωστόσο, ο γεωπολιτικός κίνδυνος παραμένει.
Πρέπει να υπογραμμιστεί ότι το τουρκολιβυκό μνημόνιο δεν παρέχει στην Τουρκία νόμιμο δικαίωμα να εμποδίσει την τοποθέτηση υποθαλάσσιων καλωδίων. Ο κίνδυνος για τον GSI είναι η δημιουργία τετελεσμένων, η παρεμπόδιση ερευνών και η αύξηση του κόστους και της αβεβαιότητας.
EastMed: Ο αγωγός που αμφισβητεί την τουρκική ενεργειακή στρατηγική
Ανάλογη είναι η γεωπολιτική διάσταση του αγωγού EastMed.
Ο σχεδιαζόμενος αγωγός φυσικού αερίου προβλέπει τη μεταφορά ενεργειακών πόρων της Ανατολικής Μεσογείου προς την Κύπρο, την Κρήτη, την ηπειρωτική Ελλάδα και δυνητικά τις ευρωπαϊκές αγορές.
Για την Τουρκία, ένας τέτοιος αγωγός θα αποτελούσε εναλλακτική ενεργειακή οδό που θα παρέκαμπτε το τουρκικό έδαφος και θα περιόριζε τη διαμετακομιστική της επιρροή.
Το μνημόνιο του 2019 χρησιμοποιήθηκε από την Άγκυρα για να αμφισβητήσει τη νομιμότητα υποθαλάσσιων ενεργειακών διαδρομών που περνούν από περιοχές τις οποίες η ίδια διεκδικεί.
Με τη στήριξη της ανατολικής Λιβύης, η Τουρκία αποκτά επιπλέον πολιτικό επιχείρημα υπέρ των θέσεών της.
Ο EastMed, πάντως, αντιμετωπίζει και ανεξάρτητες οικονομικές και τεχνικές προκλήσεις, ενώ δεν έχει ολοκληρωθεί η επενδυτική διαδικασία που απαιτείται για την κατασκευή του.
Δεν μπορεί, συνεπώς, να υποστηριχθεί ότι το τουρκολιβυκό μνημόνιο έχει από μόνο του ακυρώσει τον EastMed. Μπορεί όμως να αποτελέσει πρόσθετο παράγοντα αποθάρρυνσης επενδύσεων και γεωπολιτικής πίεσης.
Το ευρύτερο τουρκικό σχέδιο από το Αιγαίο μέχρι τη Λιβύη
Η τουρκική στρατηγική δεν περιορίζεται σε έναν αγωγό ή μια συμφωνία.
Το Αιγαίο, η Κρήτη, τα Δωδεκάνησα, η Κύπρος και η λιβυκή ακτογραμμή αποτελούν διαφορετικά τμήματα ενός ευρύτερου γεωπολιτικού ανταγωνισμού.
Η Άγκυρα επιχειρεί να αποκτήσει αποφασιστικό λόγο στην εκμετάλλευση υποθαλάσσιων ενεργειακών πόρων, στις ηλεκτρικές και ενεργειακές διασυνδέσεις, στην οριοθέτηση των θαλάσσιων ζωνών και στη διαμόρφωση των ισορροπιών ασφαλείας.
Ο στρατηγικός στόχος της είναι να καταστεί τόσο ισχυρός περιφερειακός παράγοντας ώστε κανένα μεγάλο ενεργειακό σχέδιο στην Ανατολική Μεσόγειο να μην μπορεί να υλοποιηθεί χωρίς να λαμβάνονται υπόψη οι τουρκικές διεκδικήσεις.
Η στρατιωτική της παρουσία στη δυτική Λιβύη, η προσέγγιση της οικογένειας Χαφτάρ και η ενίσχυση του τουρκικού ναυτικού εντάσσονται σε αυτή τη λογική.
Δεν πρόκειται για αποδεδειγμένο ενιαίο επιχειρησιακό σχέδιο κατάληψης των θαλασσών, αλλά για μια αναγνωρίσιμη στρατηγική διεύρυνσης επιρροής και δημιουργίας μοχλών πίεσης.
Η Ελλάδα μπροστά σε μια νέα στρατηγική πρόκληση
Η απόφαση της Βεγγάζης αναδεικνύει μια δυσάρεστη πραγματικότητα για την Αθήνα.
Η Τουρκία κατάφερε να διεισδύσει στο πολιτικό και στρατιωτικό περιβάλλον ενός παράγοντα που μέχρι πρόσφατα θεωρούνταν σημαντικό αντίβαρο στην τουρκική επιρροή στη Λιβύη.
Η Ελλάδα καλείται πλέον να αντιμετωπίσει μια Άγκυρα που διατηρεί ερείσματα τόσο στην Τρίπολη όσο και στην ανατολική Λιβύη.
Η απάντηση δεν μπορεί να περιοριστεί σε διπλωματικές ανακοινώσεις.
Απαιτείται ενίσχυση της συνεργασίας με την Αίγυπτο, ενεργοποίηση των ευρωπαϊκών μηχανισμών, ουσιαστικός συντονισμός με την Κύπρο και το Ισραήλ και διατήρηση διαύλων επικοινωνίας με όλες τις λιβυκές πλευρές.
Παράλληλα, κρίσιμη σημασία αποκτούν η προστασία των υποθαλάσσιων ενεργειακών υποδομών, η πρόοδος των ερευνών νοτίως της Κρήτης και η στρατηγική παρουσία του Πολεμικού Ναυτικού.
Η ενδεχόμενη επέκταση της μερικής οριοθέτησης ΑΟΖ Ελλάδας–Αιγύπτου αποτελεί επίσης ζήτημα ιδιαίτερης διπλωματικής σημασίας.
Η Ελλάδα έχει ισχυρά νομικά επιχειρήματα. Η πρόκληση είναι να διασφαλίσει ότι αυτά θα συνοδεύονται από αποτελεσματική διπλωματική πολιτική και δυνατότητα υλοποίησης των ενεργειακών της σχεδίων.
Συμπέρασμα: Η μάχη για τον έλεγχο της Ανατολικής Μεσογείου εισέρχεται σε νέα φάση
Η συμφωνία Άγκυρας–Βεγγάζης, μέσω της έγκρισης του μνημονίου του 2019, δεν μεταβάλλει τη γεωγραφία ούτε καταργεί τα ελληνικά κυριαρχικά δικαιώματα.
Μεταβάλλει, όμως, τους πολιτικούς συσχετισμούς.
Η Τουρκία πέτυχε κάτι που πριν από λίγα χρόνια φαινόταν εξαιρετικά δύσκολο: να αποκτήσει τη στήριξη των πρώην αντιπάλων της στη Λιβύη για μια συμφωνία που βρίσκεται στον πυρήνα των διεκδικήσεών της στην Ανατολική Μεσόγειο.
Η εξέλιξη ενισχύει την πίεση στους ενεργειακούς σχεδιασμούς Ελλάδας, Κύπρου και Ισραήλ, χωρίς να τους καθιστά νομικά ανέφικτους.
Το πραγματικό διακύβευμα δεν είναι μόνο ο GSI ή ο EastMed. Είναι ποιος θα διαμορφώσει τους κανόνες, τις συμμαχίες και τις ενεργειακές διαδρομές της Ανατολικής Μεσογείου τις επόμενες δεκαετίες.
Και σε αυτή τη γεωπολιτική αναμέτρηση, η Ελλάδα δεν έχει την πολυτέλεια της αδράνειας.