Τα 300 δισεκατομμύρια του Ιράν και ο λογαριασμός που κανείς δεν θέλει να πληρώσει

Το μεγαλύτερο ερώτημα αφορά τη βιωσιμότητα της ίδιας της εκεχειρίας. Αν δεν υπάρξει συμφωνία για τη χρηματοδότηση της μεταπολεμικής περιόδου, η πολιτική συμφωνία κινδυνεύει να αποδυναμωθεί πριν ακόμη εφαρμοστεί.

Γράφει ο Χρήστος Κωνσταντινίδης

Η συμφωνία εκεχειρίας που φέρεται να διαμορφώνεται μετά από περισσότερες από εκατό ημέρες πολεμικών συγκρούσεων ανάμεσα στις Ηνωμένες Πολιτείες και το Ιράν δεν προκαλεί μόνο διπλωματικές αναταράξεις. Δημιουργεί και ένα τεράστιο οικονομικό και γεωπολιτικό ερώτημα: ποιος θα χρηματοδοτήσει την ανοικοδόμηση του Ιράν;

Στο επίκεντρο της συζήτησης βρίσκεται ένα σχέδιο δημιουργίας ταμείου ύψους 300 δισεκατομμυρίων δολαρίων, το οποίο προορίζεται να στηρίξει την αποκατάσταση των υποδομών, την οικονομική ανάκαμψη και την επανεκκίνηση της ιρανικής οικονομίας μετά τον πόλεμο. Το ποσό είναι τεράστιο ακόμη και για τα δεδομένα της Μέσης Ανατολής και υπερβαίνει κατά πολύ τα περισσότερα μεταπολεμικά προγράμματα που έχουν υλοποιηθεί τις τελευταίες δεκαετίες.

Το βασικό πρόβλημα είναι ότι κανείς δεν έχει διευκρινίσει από πού θα προέλθουν αυτά τα χρήματα.

Η ασάφεια αυτή δεν είναι τυχαία. Αντιθέτως, αντανακλά τις βαθιές διαφωνίες που εξακολουθούν να υπάρχουν πίσω από τις κλειστές πόρτες των διαπραγματεύσεων. Η εκεχειρία μπορεί να παρουσιάζεται ως διπλωματική επιτυχία, όμως η πραγματική δοκιμασία αρχίζει τώρα, καθώς η ανοικοδόμηση ενός κράτους με πληθυσμό άνω των 90 εκατομμυρίων κατοίκων απαιτεί πόρους που δύσκολα μπορούν να εξασφαλιστούν χωρίς σοβαρές πολιτικές συνέπειες.

Το πρώτο σενάριο είναι η χρηματοδότηση από τις Ηνωμένες Πολιτείες. Πρόκειται όμως για ένα πολιτικά εξαιρετικά δύσκολο ενδεχόμενο. Μετά από μια δαπανηρή στρατιωτική εμπλοκή και σε μια περίοδο κατά την οποία η αμερικανική κοινή γνώμη εμφανίζεται ολοένα και πιο επιφυλακτική απέναντι στις ξένες επεμβάσεις, μια άμεση χρηματοδότηση του Ιράν θα προκαλούσε έντονες αντιδράσεις στο εσωτερικό των ΗΠΑ.

Επιπλέον, θα ήταν δύσκολο να εξηγηθεί γιατί ο Αμερικανός φορολογούμενος θα πρέπει να χρηματοδοτήσει την ανάκαμψη ενός κράτους που επί δεκαετίες θεωρείται στρατηγικός αντίπαλος της Ουάσιγκτον.

Έτσι, η προσοχή στρέφεται προς τις πλούσιες πετρελαιοπαραγωγές χώρες του Κόλπου. Σαουδική Αραβία, Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, Κατάρ και Κουβέιτ διαθέτουν τα οικονομικά μέσα για να στηρίξουν ένα τέτοιο σχέδιο. Ωστόσο, το ερώτημα είναι κατά πόσο έχουν τη διάθεση να το πράξουν.

Τα τελευταία χρόνια οι σχέσεις αρκετών αραβικών κρατών με το Ιράν είχαν αρχίσει να βελτιώνονται. Παρά τις γεωπολιτικές αντιπαλότητες, υπήρχε μια σταδιακή προσπάθεια αποκλιμάκωσης και ανάπτυξης οικονομικών δεσμών. Μια απαίτηση όμως να χρηματοδοτήσουν την ανοικοδόμηση του Ιράν ενδέχεται να ανατρέψει αυτή τη διαδικασία.

Για πολλές κυβερνήσεις του Κόλπου, το ζήτημα δεν είναι μόνο οικονομικό αλλά και πολιτικό. Θεωρούν ότι δεν συμμετείχαν ουσιαστικά στη διαμόρφωση της συμφωνίας και συνεπώς δεν επιθυμούν να αναλάβουν το κόστος μιας διευθέτησης που αποφασίστηκε από άλλους.

Διαβάστε επίσης:  Οι μυστικές υπηρεσίες της Κίνας κάνουν… σπριντ τεχνητής νοημοσύνης για να ισχυροποιηθούν

Παράλληλα, υπάρχουν σοβαρές ανησυχίες για το κατά πόσο τα χρήματα θα χρησιμοποιηθούν πραγματικά για αναπτυξιακούς σκοπούς. Οι χώρες του Κόλπου θα απαιτήσουν πιθανότατα μηχανισμούς ελέγχου, διαφάνειας και λογοδοσίας, καθώς και συγκεκριμένες δεσμεύσεις από την Τεχεράνη σε ζητήματα περιφερειακής ασφάλειας.

Από την άλλη πλευρά, το Ιράν θεωρεί ότι έχει υποστεί τεράστιες καταστροφές και ότι δικαιούται αποζημιώσεις. Η ιρανική ηγεσία αντιμετωπίζει το ζήτημα όχι ως οικονομική βοήθεια αλλά ως μορφή αποκατάστασης των ζημιών που προκλήθηκαν από τη σύγκρουση. Αυτή η προσέγγιση δημιουργεί επιπλέον δυσκολίες, καθώς μετατρέπει την οικονομική στήριξη σε πολιτικό και ηθικό ζήτημα.

Υπάρχει επίσης μια βαθύτερη γεωπολιτική διάσταση. Η ανοικοδόμηση του Ιράν δεν αφορά μόνο την επανόρθωση κτιρίων, δρόμων ή ενεργειακών εγκαταστάσεων. Αφορά την ισορροπία ισχύος σε ολόκληρη τη Μέση Ανατολή.

Ένα οικονομικά ισχυρότερο Ιράν θα μπορούσε να ανακτήσει γρήγορα την επιρροή του στον Λίβανο, στη Συρία, στο Ιράκ και στην Υεμένη. Αυτό είναι κάτι που αρκετές αραβικές χώρες αντιμετωπίζουν με επιφύλαξη. Επομένως, ακόμη και αν δεχθούν να συμβάλουν οικονομικά, θα επιδιώξουν να συνδέσουν τη χρηματοδότηση με πολιτικούς και στρατηγικούς όρους.

Η υπόθεση θυμίζει προηγούμενα φιλόδοξα σχέδια οικονομικής ανασυγκρότησης στη Μέση Ανατολή, τα οποία ανακοινώθηκαν με εντυπωσιακά ποσά αλλά ποτέ δεν υλοποιήθηκαν πλήρως. Η ιστορία δείχνει ότι οι πολιτικές δεσμεύσεις είναι πολύ πιο εύκολες από την πραγματική εκταμίευση κεφαλαίων.

Το μεγαλύτερο ερώτημα, ωστόσο, αφορά τη βιωσιμότητα της ίδιας της εκεχειρίας. Αν δεν υπάρξει συμφωνία για τη χρηματοδότηση της μεταπολεμικής περιόδου, η πολιτική συμφωνία κινδυνεύει να αποδυναμωθεί πριν ακόμη εφαρμοστεί. Η οικονομική ανάκαμψη αποτελεί βασική προϋπόθεση για τη σταθεροποίηση της χώρας και την αποφυγή νέων εντάσεων.

Σε τελική ανάλυση, τα 300 δισεκατομμύρια δολάρια δεν αποτελούν απλώς έναν αριθμό σε ένα διπλωματικό έγγραφο. Αποτελούν το κλειδί για το μέλλον της μεταπολεμικής Μέσης Ανατολής. Το ποιος θα πληρώσει, ποιος θα ελέγχει τη διάθεση των πόρων και ποιος θα επωφεληθεί πολιτικά από την ανοικοδόμηση θα καθορίσει όχι μόνο την πορεία του Ιράν αλλά και τις νέες ισορροπίες ισχύος σε ολόκληρη την περιοχή.

Η εκεχειρία μπορεί να υπογράφηκε στα χαρτιά. Ο πραγματικός αγώνας όμως ξεκινά τώρα, καθώς οι εμπλεκόμενοι καλούνται να απαντήσουν στο πιο δύσκολο ερώτημα της επόμενης ημέρας: ποιος θα αναλάβει τον λογαριασμό της ειρήνης;