Η ώρα ευθύνης των μουσουλμανικών ηγεσιών — Καταδίκη με συνέπεια και πράξεις

Όταν μια επίθεση στρέφεται εναντίον αμάχων, η πρώτη λέξη πρέπει να είναι καταδίκη. Καθαρή, δημόσια και χωρίς υπολογισμό της ταυτότητας των θυμάτων. Οι μουσουλμανικές θρησκευτικές και κοινοτικές ηγεσίες έχουν ιδιαίτερο λόγο να μιλούν όταν ο δράστης επικαλείται την πίστη τους. Ο εξτρεμιστής διεκδικεί να εμφανιστεί ως εκπρόσωπός τους. Η δημόσια απόρριψη αυτής της αξίωσης αποτελεί πράξη ευθύνης και προστασίας της κοινότητας. Χρειάζεται, όμως, να μεταφράζεται σε καθημερινή στάση, αντί να εξαντλείται σε μια ανακοίνωση.

Αυτή η απαίτηση δεν δημιουργεί συλλογική ενοχή. Ο μουσουλμάνος πολίτης δεν ευθύνεται για το έγκλημα κάποιου επειδή μοιράζεται μαζί του μια θρησκευτική αναφορά. Η ευθύνη των θεσμικών εκπροσώπων προκύπτει από τον ρόλο τους, από το βήμα που διαθέτουν και από τη δυνατότητα να αμφισβητήσουν τον στρατολόγο. Το ίδιο μέτρο ισχύει για κάθε θρησκευτική ή πολιτική ηγεσία που βλέπει το δικό της σύμβολο να χρησιμοποιείται ως δικαιολογία βίας. Η δημόσια θέση χρειάζεται συνέπεια και συγκεκριμένο περιεχόμενο.

Οι καταδίκες υπάρχουν — Να αποκτήσουν βάθος

Είναι ανακριβές να λέμε ότι ο μουσουλμανικός κόσμος δεν έχει καταδικάσει τον εξτρεμισμό. Το Μήνυμα του Αμμάν και οι τρεις βασικές αρχές του αποτελούν παραδείγματα προσπάθειας αποσαφήνισης της θρησκευτικής αυθεντίας και περιορισμού της αυθαίρετης ανακήρυξης άλλων μουσουλμάνων ως απίστων. Η σημασία τους βρίσκεται στην αμφισβήτηση της εξουσίας που διεκδικεί ο αυτοανακηρυγμένος καθοδηγητής. Δεν μπορεί οποιοσδήποτε να εμφανίζεται ως αδιαμφισβήτητος κριτής της πίστης των υπολοίπων.

Εξίσου σημαντική ήταν η ανοιχτή επιστολή προς τον Μπαγκντάντι, η οποία απέρριψε τη θανάτωση αθώων και την καταδίωξη θρησκευτικών κοινοτήτων. Το τεκμήριο αυτό απαντά σε μια εύκολη γενίκευση: υπάρχει οργανωμένη μουσουλμανική αντιπαράθεση με τη δολοφονική θεολογία του Ισλαμικού Κράτους. Το επόμενο ερώτημα αφορά την αποτελεσματικότητα. Πώς φτάνουν αυτές οι θέσεις στους νέους; Πώς διδάσκονται; Ποιος παρεμβαίνει όταν ένας τοπικός καθοδηγητής επιχειρεί να τις ακυρώσει ή να επιβάλει φόβο;

Κατά την άποψή μου, μια καταδίκη αποκτά βάρος όταν εφαρμόζεται εκεί όπου παράγεται η επιρροή. Στον χώρο λατρείας, στην οικογένεια, στον σύλλογο, στην εκπαίδευση και στο διαδίκτυο. Ο νέος που ακούει ότι η δολοφονία αποτελεί ιερό καθήκον χρειάζεται μια κατανοητή και αξιόπιστη απάντηση. Χρειάζεται επίσης άνθρωπο στον οποίο μπορεί να απευθυνθεί χωρίς να εκτεθεί σε εκφοβισμό. Το θεσμικό κείμενο έχει αξία, αλλά η καθημερινή σχέση είναι εκείνη που μπορεί να διακόψει την απομόνωση.

Το θύμα δεν περνά από πολιτικό έλεγχο

Η συνέπεια δοκιμάζεται όταν τα θύματα ανήκουν σε μια χώρα ή κοινότητα με την οποία υπάρχει πολιτική σύγκρουση. Η δολοφονία ενός Ισραηλινού αμάχου δεν γίνεται λιγότερο εγκληματική λόγω της πολιτικής της ισραηλινής κυβέρνησης. Αντίστοιχα, η ζωή ενός Παλαιστινίου αμάχου δεν αξίζει λιγότερο λόγω της δράσης της Χαμάς. Αυτή η αρχή δεν επιτρέπει συμψηφισμούς. Διαχωρίζει την πολιτική κρίση από την ανθρώπινη προστασία και στερεί από τον εξτρεμιστή τη δυνατότητα να παρουσιάζει το θύμα ως ένοχο λόγω ταυτότητας.

Το ίδιο ισχύει για τον αντισημιτισμό. Η κριτική στο Ισραήλ μπορεί να είναι σκληρή, συγκεκριμένη και τεκμηριωμένη. Η στοχοποίηση Εβραίων ως συλλογικού εχθρού καταργεί αυτό το πλαίσιο. Οι κοινοτικές ηγεσίες οφείλουν να εξηγούν τη διαφορά και να την εφαρμόζουν δημόσια. Όταν επιτρέπεται η συλλογική ενοχοποίηση, η πολιτική συζήτηση γίνεται εργαλείο απανθρωποποίησης. Η πρόληψη χρειάζεται να παρεμβαίνει πριν αυτή η γλώσσα μετατραπεί σε κοινωνικά αποδεκτή συμπεριφορά ή σε δικαιολογία επίθεσης.

Διαβάστε επίσης:  Ο ισλαμιστικός εξτρεμισμός αλλάζει πρόσωπο — Η απειλή παραμένει μπροστά μας

Η επίθεση στην πτήση της flydubai προσφέρει μια άμεση δοκιμασία. Η επίσημη ενημέρωση που μετέδωσε το WAM στις 3 Οκτωβρίου περιλαμβάνει τον χαρακτηρισμό της πράξης ως τρομοκρατικής από τις αρχές των Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων. Αυτή είναι μια συγκεκριμένη δημόσια τοποθέτηση μουσουλμανικής χώρας. Πρέπει να αναγνωρίζεται, αντί να διαγράφεται επειδή δεν εξυπηρετεί μια γενική κατηγορία περί σιωπής. Η αξιοπιστία της ανάλυσης εξαρτάται και από αυτή την ακρίβεια.

Δεν διαθέτουμε, βεβαίως, πλήρη χαρτογράφηση όλων των αντιδράσεων ώστε να καταλογίσουμε σιωπή σε κάθε μουσουλμανικό φορέα. Μια τέτοια κρίση θα απαιτούσε συστηματική έρευνα. Μπορούμε, όμως, να θέσουμε καθαρά το ζητούμενο: δημόσια αλληλεγγύη στα θύματα, απόρριψη της ιδεολογικής δικαιολόγησης και συνεργασία για την πρόληψη. Η ισχύς της θέσης βρίσκεται στον κανόνα που προτείνει και στην εφαρμογή του. Δεν χρειάζεται να κατασκευάσει μια ανεπιβεβαίωτη εικόνα καθολικής σιωπής για να είναι απαιτητική.

Από την ανακοίνωση στην προστασία

Πρακτικά, οι κοινότητες χρειάζονται διαδικασίες προστασίας των νέων και ασφαλή πρόσβαση σε βοήθεια. Μια οικογένεια που αντιλαμβάνεται επικίνδυνη χειραγώγηση πρέπει να μπορεί να μιλήσει σε κατάλληλους επαγγελματίες. Οι θρησκευτικοί εκπρόσωποι χρειάζονται γνώση του τρόπου με τον οποίο λειτουργεί η στρατολόγηση. Οι συλλογικοί φορείς οφείλουν να έχουν διαφάνεια στη χρηματοδότηση και σαφή κριτήρια για εκείνους που καλούν να μιλήσουν. Πρόκειται για θεσμική θωράκιση που προστατεύει την ίδια τη θρησκευτική και κοινωνική ζωή.

Η πολιτεία έχει αντίστοιχες υποχρεώσεις. Η συνεργασία δεν μπορεί να απαιτείται μέσα σε κλίμα καθολικής υποψίας. Χρειάζεται εμπιστοσύνη, νόμιμη διερεύνηση και προστασία όσων καταγγέλλουν απειλές. Η έρευνα του UNDP για τη στρατολόγηση στην Αφρική αναδεικνύει τον ρόλο των τοπικών κοινοτήτων στην αποδέσμευση από τον εξτρεμισμό. Η ελληνική πραγματικότητα απαιτεί τις δικές της αξιολογήσεις, όμως το γενικό δίδαγμα παραμένει χρήσιμο: ο κοινωνικός δεσμός μπορεί να γίνει μέρος της άμυνας.

Για την Ελλάδα, η συμμετοχή πρέπει να σημαίνει κοινά δικαιώματα και κοινές υποχρεώσεις. Οι μουσουλμάνοι πολίτες και οι νόμιμοι κάτοικοι δεν χρειάζεται να αποδείξουν ότι ανήκουν στην ανθρώπινη κοινότητα. Χρειάζεται να έχουν πραγματική δυνατότητα συμμετοχής στην προστασία της. Η απομόνωση ευνοεί εκείνον που θέλει να εμφανιστεί ως αποκλειστικός εκπρόσωπός τους. Η πολιτεία οφείλει να συνομιλεί με πολλαπλές φωνές και να αποφεύγει την αναγόρευση ενός προσώπου σε μοναδικό διαμεσολαβητή μιας ολόκληρης θρησκευτικής ομάδας.

Ούτε πρέπει η καταδίκη να αντιμετωπίζεται ως τελετουργική δήλωση νομιμοφροσύνης που ζητείται συνεχώς από απλούς πολίτες. Αυτό εξαντλεί τη συζήτηση και υποβαθμίζει το πρόβλημα. Το βάρος βρίσκεται στους οργανωμένους φορείς και στους ανθρώπους που ασκούν επιρροή. Η δική τους παρέμβαση χρειάζεται να ελέγχεται ως προς τη συνέπεια, την πρόσβαση στους νέους και τη δυνατότητα προστασίας των διαφωνούντων. Έτσι αποκτά ουσία η κοινωνική συμμετοχή και γίνεται πρακτική αντίσταση στη χειραγώγηση, με ευθύνη που αντιστοιχεί στον θεσμικό ρόλο κάθε εκπροσώπου της.

Η δημόσια καταδίκη πρέπει, τέλος, να έχει συνέχεια. Να επαναλαμβάνεται όταν ο εξτρεμιστής εξυμνεί μια επίθεση, όταν απειλεί έναν διαφωνούντα και όταν επιχειρεί να στρατολογήσει έναν ανήλικο. Η ευθύνη δεν αρχίζει μόνο μετά το αίμα. Αρχίζει όταν το κήρυγμα αφαιρεί την αξία από τη ζωή του άλλου. Εκεί πρέπει να υψωθεί η φωνή των θρησκευτικών και κοινοτικών ηγεσιών. Καθαρή, συνεπής και έμπρακτη, ώστε κανένας δολοφόνος να μη διεκδικεί ανενόχλητος το δικαίωμα να μιλά στο όνομά τους.