Γράφει ο Γιώργος Αδαλής*
Η κρίση που εξελίσσεται στη Μέση Ανατολή δεν μπορεί να διαβαστεί σωστά ούτε με όρους δημοσιογραφικής ευκολίας ούτε με πρόχειρες ιστορικές αναλογίες. Η δημόσια συζήτηση επιμένει να επιστρέφει μηχανικά στο 1973, στο αραβικό εμπάργκο, στις εικόνες των πετρελαϊκών σοκ και στη λογική ότι κάθε μεγάλη ανάφλεξη στην περιοχή οδηγεί σχεδόν αυτόματα σε μία επανάληψη εκείνου του μοντέλου. Αυτή η προσέγγιση, όμως, είναι όχι μόνο ανεπαρκής, αλλά και επικίνδυνη, γιατί οδηγεί σε λάθος συμπεράσματα για το τι πραγματικά διακυβεύεται σήμερα.
Ο κόσμος του 2026 δεν έχει καμία ουσιαστική ομοιότητα με τον κόσμο του 1973, πέρα από το ότι και τότε και τώρα στο κέντρο της εικόνας βρίσκεται το πετρέλαιο. Μόνο που το πετρέλαιο σήμερα δεν είναι απλώς μια πρώτη ύλη. Είναι κόμβος γεωπολιτικής ισχύος, χρηματοπιστωτικής συμπεριφοράς, κρατικών στρατηγικών και παγκόσμιων αλυσίδων εφοδιασμού. Τότε, ο πλανήτης είχε περίπου 3,7 δισεκατομμύρια κατοίκους. Σήμερα κινείται πάνω από τα 8 δισεκατομμύρια. Η κλίμακα της κατανάλωσης, η ένταση της εξάρτησης από τις ροές ενέργειας, η πίεση πάνω στις εφοδιαστικές γραμμές και το εύρος των αγορών είναι εντελώς διαφορετικά. Δεν μιλάμε, λοιπόν, για μια επανάληψη του ίδιου έργου, αλλά για ένα νέο έργο με εντελώς διαφορετικούς πρωταγωνιστές, διαφορετικούς κανόνες και πολύ πιο σύνθετο πεδίο σύγκρουσης.
Το δεύτερο θεμελιώδες σημείο είναι ότι δεν ισχύει πια ο ίδιος συσχετισμός δυνάμεων στην αγορά της ενέργειας. Στη δεκαετία του 1970, ο ΟΠΕΚ και ειδικά οι αραβικές πετρελαιοπαραγωγές χώρες είχαν σαφώς πιο καθοριστικό ρόλο ως ρυθμιστές της αγοράς. Η Δύση, και ιδίως οι Ηνωμένες Πολιτείες, ήταν πολύ πιο εκτεθειμένες στις αποφάσεις αυτού του μπλοκ. Σήμερα, το ενεργειακό τοπίο έχει μεταβληθεί ριζικά. Οι Ηνωμένες Πολιτείες, που κάποτε αντιμετωπίζονταν ως εξαρτημένος παίκτης, είναι πλέον ο μεγαλύτερος παραγωγός και ένας από τους ισχυρότερους εξαγωγείς στον κόσμο. Αυτό δεν σημαίνει ότι είναι άτρωτες, διότι οι ανάγκες τους είναι τέτοιες, που παραμένουν και σήμερα μεγάλοι εισαγωγείς πετρελαίου. Πάντως σήμερα, διαθέτουν δυνατότητες απορρόφησης κραδασμών και εργαλεία επιρροής που δεν υπήρχαν πριν από πενήντα χρόνια.
Στην ίδια κατεύθυνση, το ενεργειακό μείγμα έχει αλλάξει δραματικά. Δεν υπάρχει μόνο το πετρέλαιο, όπως γινόταν παλαιότερα, αλλά ένα σύνθετο πλέγμα στο οποίο συμμετέχουν το φυσικό αέριο, οι ανανεώσιμες πηγές (ΑΠΕ), η αναγέννηση της πυρηνικής ενέργειας και οι διαφορετικές περιφερειακές αρχιτεκτονικές τροφοδοσίας. Αυτό δεν σημαίνει ότι το πετρέλαιο έχει χάσει τη σημασία του. Το αντίθετο. Έχει αποκτήσει πιο στρατηγικό ρόλο ακριβώς επειδή συνδέεται πλέον με ένα πολύ ευρύτερο σύστημα ισχύος. Όποιος ελέγχει τις ροές του πετρελαίου, δεν επηρεάζει μόνο το κόστος της ενέργειας. Επηρεάζει τη ναυτιλία, τον πληθωρισμό, τη βιομηχανία, τα νομίσματα, τα κρατικά αποθέματα και τελικά την πολιτική σταθερότητα ολόκληρων οικονομιών.
Γι’ αυτό και το Στενό του Ορμούζ πρέπει να ιδωθεί όχι ως απλό θαλάσσιο πέρασμα, αλλά ως γεωοικονομικός νευραλγικός κόμβος. Η συζήτηση συνήθως μένει στο ερώτημα αν θα κλείσει ή όχι. Αυτό, όμως, είναι υπεραπλούστευση. Η ουσία βρίσκεται αλλού: ακόμη και χωρίς πλήρες κλείσιμο, η αβεβαιότητα γύρω από την ασφάλεια της διέλευσης αρκεί για να αλλάξει τους όρους του παιχνιδιού. Τα ασφάλιστρα κινδύνου ανεβαίνουν, οι χρόνοι παράδοσης επιμηκύνονται, οι εναλλακτικές διαδρομές κοστίζουν περισσότερο, οι traders επαναξιολογούν τα ρίσκα τους, ενώ οι αγορές αρχίζουν να δίνουν προβάδισμα όχι απλώς στο φθηνότερο φορτίο, αλλά στο πιο ασφαλές και πιο άμεσα προσβάσιμο φορτίο.Γι’αυτό άλλωστε την περασμένη εβδομάδα είδαμε κάτι που συμβαίνει πολύ σπάνια. Είδαμε την τιμή του αμερικανικού αργού (WTI) να ξεπερνά την τιμή του διεθνούς δείκτη αναφοράς (Brent). Πολύ απλά διότι οι αγορές θεωρούν πλέον το Αμερικανικό αργό, πιο προσιτό και “σίγουρο”, με αποτέλεσμα να πληρώνουν premium έναντι του Brent.
Εκεί που φαίνεται η πιο βαθιά πλευρά της κρίσης και το μεγάλο ζήτημα δεν είναι μόνο η τιμή του πετρελαίου. Είναι η διαθεσιμότητα. Σε περιόδους ομαλότητας, οι αγορές σκέφτονται σε όρους αποδοτικότητας, κόστους και απόδοσης. Σε περιόδους σύγκρουσης, όμως, το κέντρο βάρους μετατοπίζεται. Προτεραιότητα γίνεται η βεβαιότητα πρόσβασης στο προϊόν και η ρευστότητα. Και αυτή η μετατόπιση αποτυπώθηκε καθαρά στη συμπεριφορά των αγορών. Πολλοί περίμεναν ότι σε ένα τέτοιο περιβάλλον θα εκτινασσόταν ο χρυσός, το ασήμι και συνολικά τα λεγόμενα ασφαλή καταφύγια (safe haven). Ωστόσο, όταν η κρίση πέρασε από το στάδιο της απλής ανησυχίας στο στάδιο της πραγματικής αναμέτρησης, η προτεραιότητα των επενδυτών δεν ήταν απλώς η ασφάλεια. Ήταν η ρευστότητα. Και η ρευστότητα εξακολουθεί να έχει όνομα: δολάριο.
Εδώ βρίσκεται και μία από τις πιο παρεξηγημένες πλευρές της σημερινής συγκυρίας. Εδώ και χρόνια αναπτύσσεται μια συζήτηση περί αποδολαριοποίησης, περί κατάρρευσης της νομισματικής κυριαρχίας των ΗΠΑ και περί μετάβασης σε εναλλακτικές μορφές διακανονισμού, ιδίως μέσω του γουάν. Αυτές οι τάσεις υπάρχουν. Δεν είναι επινόηση. Δεν πρέπει, όμως, να συγχέονται με την πραγματική λειτουργία του διεθνούς συστήματος σε συνθήκες σοκ. Όταν η πίεση γίνεται ακραία, οι αγορές δεν τρέχουν σε αφηγήματα. Tρέχουν εκεί όπου υπάρχει βάθος, ρευστότητα και δυνατότητα άμεσης απορρόφησης. Το δολάριο εξακολουθεί να είναι το βασικό αποθεματικό νόμισμα όχι επειδή το επιβάλλει κάποια ιδεολογία, αλλά επειδή δεν υπάρχει ακόμη άλλος μηχανισμός με την ίδια ισχύ, την ίδια διάχυση και την ίδια εμπιστοσύνη σε ώρα κρίσης.
Αυτός είναι και ο λόγος για τον οποίο η συζήτηση περί πετρογουάν πρέπει να αντιμετωπίζεται με περισσότερη σοβαρότητα και λιγότερο ενθουσιασμό. Είναι άλλο πράγμα να επιδιώκει κάποιος μεγαλύτερη χρήση εναλλακτικών νομισμάτων στις διμερείς συναλλαγές και άλλο να θεωρεί ότι μπορεί να ανατραπεί μέσα σε λίγους μήνες ή λίγα χρόνια μια δομή δεκαετιών. Ακόμη κι αν ληφθεί πολιτική απόφαση αντικατάστασης του δολαρίου ως κύριου αποθεματικού νομίσματος, η εφαρμογή μιας τέτοιας μετάβασης θα απαιτούσε μεγάλο χρονικό ορίζοντα, ισχυρές θεσμικές εγγυήσεις και ένα βαθύ δίκτυο αξιοπιστίας που σήμερα απλούστατα δεν υπάρχει στον ίδιο βαθμό αλλού.
Από την άλλη πλευρά, το Ιράν παραμένει ένας παίκτης που ούτε έχει μηδενιστεί ούτε μπορεί να αγνοηθεί. Δεν έχει χάσει πλήρως τις εξαγωγικές του δυνατότητες, αλλά έχει δεχθεί ισχυρές πιέσεις και εμφανίζει σημαντικές απώλειες, ιδιαίτερα στο αργό πετρέλαιο. Διαθέτει πείρα στην παράκαμψη κυρώσεων, έχει αναπτύξει μηχανισμούς προσαρμογής και ξέρει να κινείται σε γκρίζες ζώνες του διεθνούς συστήματος. Αυτό δεν αλλάζει το βασικό γεγονός ότι η ικανότητά του να επιβάλλει όρους ή να κινείται όπως πριν έχει περιοριστεί. Επομένως, η κρίση δεν αφορά μια απλή αναμέτρηση ανάμεσα σε ενεργειακούς όγκους παραγωγής, αλλά μια μάχη για το ποιος διαμορφώνει τους κανόνες της επόμενης ημέρας στην περιοχή.
Σε αυτό το σημείο αποκτά σημασία και το ευρύτερο πολιτικό πλαίσιο. Όσα συμβαίνουν δεν μπορούν να αποκοπούν από τη στρατηγική αναδιάταξης της Μέσης Ανατολής τα προηγούμενα χρόνια. Οι “Συμφωνίες του Αβραάμ” δεν ήταν μια απλή διπλωματική χειρονομία. Ήταν απόπειρα οικοδόμησης μιας νέας αρχιτεκτονικής ισχύος, στην οποία το Ισραήλ, αρκετά αραβικά κράτη και οι Ηνωμένες Πολιτείες θα συγκροτούσαν έναν άξονα σταθερότητας, εμπορίου, ενέργειας και ασφάλειας, παρακάμπτοντας το Παλαιστινιακό ως προϋπόθεση ομαλοποίησης. Αυτή η λογική έφερνε εκ των πραγμάτων το Ιράν απέναντι, ως δύναμη που θα έμενε εκτός ή θα έπρεπε να αποδεχθεί έναν δυσμενέστερο συσχετισμό.
Η επίθεση της 7ης Οκτωβρίου 2023 και η αλυσίδα εξελίξεων που ακολούθησε λειτούργησαν ως πλήγμα πάνω σε αυτή τη στρατηγική. Από εκεί και πέρα, η σύγκρουση δεν αφορά μόνο την ασφάλεια του Ισραήλ ή τον έλεγχο συγκεκριμένων σημείων τριβής. Αφορά και το αν μπορεί να ανασυσταθεί μια νέα περιφερειακή τάξη υπό αμερικανική επιτήρηση, ή αν η Μέση Ανατολή θα παραμείνει πεδίο ανοιχτής ρευστότητας, στο οποίο κανείς δεν θα μπορεί να επιβάλει σταθερούς κανόνες χωρίς γενικευμένη σύγκρουση.
Το ενδιαφέρον είναι ότι μέσα σε αυτή την κρίση οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν βρίσκονται αποκλειστικά σε θέση άμυνας. Υφίστανται ζημίες, κυρίως μέσω των πληθωριστικών πιέσεων και της συνολικής αναταραχής που επηρεάζει τη διεθνή οικονομία. Ωστόσο, την ίδια ώρα απολαμβάνουν και έμμεσα οφέλη. Όταν το αμερικανικό πετρέλαιο αντιμετωπίζεται ως πιο προσβάσιμο και πιο ασφαλές, αποκτά πρόσθετη αξία. Όταν η Ευρώπη βλέπει το φυσικό αέριο να ακριβαίνει εκρηκτικά, ενώ η αμερικανική αγορά λειτουργεί με διαφορετικές πιέσεις, προκύπτει μια νέα σχέση εξάρτησης. Με άλλα λόγια, η κρίση δεν είναι μονοσήμαντη. Παράγει απώλειες, αλλά και ανακατανομές ισχύος.
Γι’ αυτό και το συμπέρασμα δεν μπορεί να είναι απλοϊκό. Δεν ζούμε μια επανάληψη του παρελθόντος, αλλά μια νέα φάση παγκόσμιας αναμέτρησης στην οποία το πετρέλαιο, το φυσικό αέριο, το δολάριο, οι θαλάσσιοι διάδρομοι και οι περιφερειακές συμμαχίες λειτουργούν ως όψεις του ίδιου προβλήματος. Η κρίση δεν θα κριθεί μόνο στα πεδία των μαχών, ούτε μόνο στα τραπέζια της διπλωματίας. Θα κριθεί και στις οθόνες των traders, στα δεξαμενόπλοια, στα ασφαλιστήρια κινδύνου, στα στρατηγικά αποθέματα και στις αποφάσεις κρατών που θα επιλέξουν με ποιον τρόπο θα διαβάσουν τον νέο συσχετισμό δυνάμεων.
Το βασικό ζητούμενο, λοιπόν, είναι να φύγει η συζήτηση από τη ρητορεία και να επιστρέψει στον οικονομικό ρεαλισμό. Η αγορά δεν λειτουργεί με ιδεολογικά συνθήματα. Λειτουργεί με φόβο, συμφέρον, πρόσβαση και δυνατότητα επιβίωσης. Και σήμερα το μήνυμα που στέλνει είναι καθαρό: ο κόσμος δεν φοβάται μόνο την αύξηση της τιμής της ενέργειας. Φοβάται κυρίως μήπως χαθεί η δυνατότητα απρόσκοπτης πρόσβασης σε αυτήν. Από εκεί ξεκινούν όλα. Και εκεί ακριβώς θα κριθούν τα επόμενα βήματα.
Προς το παρόν, αυτό χρειάζεται περισσότερο την προσοχή μας, είναι τα αεροπορικά καύσιμα, των οποίων οι τιμές έχουν εκτοξευθεί στα ύψη και με δεδομένο ότι τώρα ξεκινάει η τουριστική περίοδος, μπορεί η βιομηχανία του τουρισμού, να δεχτεί ένα μεγάλο πλήγμα. Διότι τα νέα από το “μέτωπο” αυτό, δεν είναι καθόλου ενθαρρυντικά.