Γράφει ο Χρήστος Μουρτζούκος*
Στο περιθώριο της πρόσφατης Διάσκεψης Ασφαλείας του Μονάχου, ο Φρίντριχ Μερτς επανέλαβε μια πάγια σταθερά της γερμανικής εξωτερικής πολιτικής: η Γερμανία δεν επιδιώκει να αποκτήσει δικά της πυρηνικά όπλα ούτε να συγκροτήσει ανεξάρτητο πυρηνικό οπλοστάσιο.
Τόνισε ότι αυτή η στάση δεν είναι απλώς πολιτική επιλογή, αλλά δέσμευση που απορρέει από διεθνείς συμφωνίες, όπως η Συνθήκη Μη Διάδοσης των Πυρηνικών Όπλων και η συμφωνία «2+4» του 1990 που συνδέθηκε με την επανένωση της χώρας. Όπως είπε χαρακτηριστικά, «δεν θέλω η Γερμανία να σκέφτεται την απόκτηση δικού της πυρηνικού οπλοστασίου», υπογραμμίζοντας ότι οι διεθνείς υποχρεώσεις του Βερολίνου το κρατούν μακριά από τέτοιες επιλογές.
Παρά τον ξεκάθαρο αποκλεισμό ενός γερμανικού πυρηνικού δρόμου, ο Μερτς άφησε περιθώριο για μια ευρωπαϊκή συζήτηση γύρω από την πυρηνική αποτροπή, εντός της Ευρώπης και όχι ως υποκατάστατο του ΝΑΤΟ. Ανέφερε ότι βρίσκεται σε εξέλιξη διάλογος με τη Γαλλία και τον Εμανουέλ Μακρόν για το πώς ένα κοινό πλαίσιο πυρηνικής αποτροπής θα μπορούσε να ενισχύσει την ευρωπαϊκή ασφάλεια, σε μια περίοδο όπου οι Ηνωμένες Πολιτείες εμφανίζονται σταδιακά λιγότερο πρόθυμες να διατηρούν τον ίδιο βαθμό ηγεμονικής στρατιωτικής παρουσίας στο ευρωπαϊκό πεδίο.
Η ιδέα αυτή –που ακουμπά συζητήσεις για μια ευρωπαϊκή πυρηνική «ομπρέλα»– έχει πυροδοτήσει προβληματισμό και πολιτικές αντιδράσεις στο εσωτερικό της Γερμανίας. Κι αυτό γιατί η παραδοσιακή αντίληψη για τον γερμανικό ρόλο στον κόσμο παραμένει δεμένη με την ειρήνη και με την αποστροφή απέναντι σε κάθε μορφή πυρηνικής εποπτείας, ως ιστορικό βάρος από τις τραυματικές εμπειρίες των δύο παγκόσμιων πολέμων του 20ού αιώνα.
Αυτή η ιστορική μνήμη –ιδίως των ηττημένων και καταστροφικών πολέμων για τη Γερμανία– εξακολουθεί να επηρεάζει τόσο την πολιτική συμπεριφορά όσο και την κοινωνική στάση σε θέματα όπως ο αφοπλισμός, οι στρατιωτικές δαπάνες και η συμμετοχή σε πυρηνικές στρατηγικές συμμαχίες.
Στη σημερινή συγκυρία, το Βερολίνο επιχειρεί να ισορροπήσει ανάμεσα στην επιδίωξη μεγαλύτερης ευρωπαϊκής στρατηγικής αυτονομίας και στις δεσμεύσεις που το αποτρέπουν από μονομερείς εξοπλιστικές κινήσεις. Σε αυτή την εξίσωση μπαίνουν και οι πιέσεις που δέχεται η γερμανική οικονομία στις παραδοσιακές βιομηχανίες, μαζί με την ανάγκη ενίσχυσης της άμυνας σε ένα περιβάλλον αυξημένης γεωπολιτικής αβεβαιότητας. Στόχος είναι να διατηρηθεί ο ηγετικός ρόλος της Γερμανίας στην Ευρώπη, χωρίς να παραβιαστούν διεθνείς υποχρεώσεις και χωρίς να κλονιστούν περαιτέρω οι σχέσεις με τους παραδοσιακούς συμμάχους.
Ενδεικτική του νέου προσανατολισμού είναι και η κινητικότητα της Rheinmetall, της μεγαλύτερης γερμανικής αμυντικής βιομηχανίας. Η εταιρεία εξασφάλισε πρόσφατα σημαντική σύμβαση για το σύστημα «Seasnake 30», ένα νέο, ελαφρύ ναυτικό πυροβόλο που θα ενταχθεί στον στόλο της Σουηδίας. Η συμφωνία προβλέπει οκτώ συστήματα συνολικής αξίας περίπου 63 εκατ. ευρώ, με την πρώτη παράδοση να έχει προγραμματιστεί έως το 2028. Πρόκειται μάλιστα για την πρώτη φορά που το συγκεκριμένο σύστημα αποκτά πελάτη από χώρα του ΝΑΤΟ, εξέλιξη που ενισχύει τη θέση της Rheinmetall ως κομβικού παίκτη στην ευρωπαϊκή και νατοϊκή αμυντική αλυσίδα.
Η εξέλιξη αυτή δεν αποτυπώνει μόνο μια εμπορική επιτυχία, αλλά λειτουργεί και ως ένδειξη της στροφής που επιχειρεί η Γερμανία προς μεγαλύτερη στρατιωτική αυτονομία και πιο ενεργή στήριξη συμμάχων στο πλαίσιο της ευρωπαϊκής άμυνας.
Παράλληλα, η στρατηγική Μερτς περιλαμβάνει την εμβάθυνση των αμυντικών δεσμών με χώρες όπως η Γαλλία και το Ηνωμένο Βασίλειο, με σαφή όμως «κόκκινη γραμμή»: η Γερμανία δεν θα αναπτύξει δικά της πυρηνικά, παραμένοντας προσδεδεμένη στις αρχές της μη διάδοσης και στις σχετικές διεθνείς συνθήκες.
Μέσα σε ένα σκηνικό συζήτησης για αυξημένες αμυντικές δαπάνες, εντάσεων στο ευρωατλαντικό πλαίσιο και μιας ευρωπαϊκής φιλοδοξίας για μεγαλύτερο γεωπολιτικό ρόλο πιο ανεξάρτητο από τις ΗΠΑ, η γερμανική πολιτική σκηνή δείχνει να μπαίνει σε φάση αναπροσαρμογής: οι παραδοσιακές αντιλήψεις περί αφοπλισμού και αποχής από πυρηνικά επανεξετάζονται υπό νέο πρίσμα, χωρίς όμως να εγκαταλείπονται πλήρως οι ηθικές και νομικές δεσμεύσεις που κουβαλά το παρελθόν.
*Χρήστος Μουρτζούκος είναι δημοσιογράφος με έδρα τη Γερμανία, απ’όπου αναδεικνύει τα θέματα του απόδημου Ελληνισμού με αρθρογραφία, ρεπορτάζ, τηλεοπτικές και ραδιοφωνικές εκπομπές.